μυάκανθος
μῠ-άκανθος [ᾰκ], ὁ,
- = κεντρομυρσίνη, Thphr. HP 6.5.1, Orph. Fr. 49.61.
- II = ἀσπάραγος πετραῖος, Dsc. 2.125:—Adj. μῠᾰκάνθινος, η, ον, Gal. 11.841, Orib. 3.4.1.
μυ·άκανθος, ου (ὁ) asperge épineuse, Th. H.P. 6, 5, 1.
Étym. μῦς, ἄκανθα.
μυάκανθος, ὁ, Mäusedorn, wilder Spargel, auch μυάκανθα, ἡ, u. μυάκανθον, τό, Sp.