μυδαλόεις
μῡδᾰλόεις, εσσα, εν,
- = foreg., μ. ὄμματα κλαυθμῷ AP 12.226 (Strat.).
μυδαλόεις, όεσσα, όεν [ῠᾰ, par nécess. prosod. ῡᾰ] c. μυδαλέος, Anth. 12, 226.
μυδαλόεις, [ῡ], εσσα, εν, = μυδαλέος, μυδαλόεντα ὄμματα, Strat. 68 (XII.226).
μυδαλόεις
μῡδᾰλόεις, εσσα, εν
= μυδαλέος, Anth.