μυλόεις
μυλόεις, made of a millstone
μῠλό-εις, εσσα, εν,
- made of a millstone, στέρνον θυείης Nic. Th. 91; μ. λίθος Nonn. D. 5.45.
μυλόεις, όεσσα, όεν [ῠ] fait en pierres meulières, Nic. Th. 91.
Étym. μύλη.
μυλόεις, εσσα, εν, = μυλοειδής ; Nic. Ther. 91 στέρνῳ μυλόεντι θυείης, aus einem Mühlsteine gemacht ; auch λίθος, Nonn.