μυράλειπτρον
μυράλειπτρον, box of unguents
μῠρ-άλειπτρον [ᾰ], τό,
- box of unguents, f.l. for μύρα, νίτρα in Paus.Gr. Fr. 171.
μυράλειπτρον, τό, Salbenbüchse, Suid.; bei EM. 354.10 μυράλιπτρα.