μυρεψητήριον
μυρεψητήριον, ointment-pot
μῠρεψ-ητήριον, τό,
- ointment-pot, Aq. Jb. 41.23.
μυρεψητήριον, ου (τὸ) [ῠ] vase à parfums, Aqu. Job 41, 22.
Étym. μυρεψέω.
μυρεψητήριον, τό, Gefäß zum Kochen wohlriechender Salben, Sp.