μυσερός Save LSJ Bailly 2024 Pape μῠσερός, ά, όν, late form of μυσαρός, Man. 4.269, EM 535.32, v.l. in LXX Le. 18.23. μυσερός, ά, όν [ῠ] c. μυσαρός, Man. 4, 269. μυσερός, = μυσαρός, Man. 4.269 ; EM.