μύσκος Save LSJ Pape μύσκος, ὁ, Dim. of μῦς, for μυΐσκος, Hdn.Gr. 1.148. II μύσκος· μίασμα, κῆδος, Hsch. μύσκος, = μυΐσκος, Arcad. 50.15, l.d.