Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νίρνος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νικύλεα
Νίκυλλα
Νικύρτα
νικύρτας
Νικώ
Νίκων
Νικωνία
Νικωνίδης
νίκωρ
νικωφέλης
νίμμα
νιμμός
νιν
νίν
Νινευείτης
Νινευΐ
Νίνιοι
νίννη
νιννίον
νίννος
νίνον
νίνος
Νίνος
Νιόβα
Νιόβη
νιπτήρ
νιπτρίς
νίπτρον
νίπτω
Νιρεύς
νίρνος
Νῖρος
Νῖσα
Νίσαια
Νισαῖος
Νισιβηνοί
Νίσιβις
νίσομαι
Νῖσος
νίσσομαι
Νίσσος
Νισύριοι
Νισυρῖτις
Νίσυρος
Νίτητις
νίτρασμα
νιτρέλαιον
νιτρία
νιτρική
νιτρῖτις
νιτριώτης
νίτρον
νιτροπηγικός
νιτροποιός
νιτρόω
νιτρώδης
νιτρωδία
νίτρωμα
Νίτωκρις
νίφα
Νιφάντης
…
νίρνος
Save
LSJ
νίρνος·
φθείρ
(Achaean),
ἢ νίρμος,
Hsch.
νίρον·
μέγα,
Id.
νιρός
, v. νηρός II.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}