Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Νικώ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Νικόλεως
Νικόλοχος
νικομάχας
Νικομάχειος
Νικομάχη
Νικομαχίδης
Νικόμαχος
Νικομένης
Νικομήδεια
Νικομήδης
Νικονόη
νικοποιέω
νικοποιός
Νικόπολις
νῖκος
νικοστράτειος βότρυς
Νικοστράτη
Νικόστρατος
νικοτέλεια
Νικοτέλεια
Νικοτέλης
Νικοφάνης
Νικόφημος
νικοφορέω
Νικοφῶν
Νικοχάρης
νικύλεα
Νίκυλλα
Νικύρτα
νικύρτας
Νικώ
Νίκων
Νικωνία
Νικωνίδης
νίκωρ
νικωφέλης
νίμμα
νιμμός
νιν
νίν
Νινευείτης
Νινευΐ
Νίνιοι
νίννη
νιννίον
νίννος
νίνον
νίνος
Νίνος
Νιόβα
Νιόβη
νιπτήρ
νιπτρίς
νίπτρον
νίπτω
Νιρεύς
νίρνος
Νῖρος
Νῖσα
Νίσαια
Νισαῖος
…
Νικώ
Save
Bailly 2024
Νικώ,
οῦς
(
ἡ
)
[
ῑ
] Nikô,
f.
Anth.
5, 150,
etc.
Étym.
νίκη
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}