Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νίτρασμα
νίτρασμα, soap
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Νινευΐ
Νίνιοι
νίννη
νιννίον
νίννος
νίνον
νίνος
Νίνος
Νιόβα
Νιόβη
νιπτήρ
νιπτρίς
νίπτρον
νίπτω
Νιρεύς
νίρνος
Νῖρος
Νῖσα
Νίσαια
Νισαῖος
Νισιβηνοί
Νίσιβις
νίσομαι
Νῖσος
νίσσομαι
Νίσσος
Νισύριοι
Νισυρῖτις
Νίσυρος
Νίτητις
νίτρασμα
νιτρέλαιον
νιτρία
νιτρική
νιτρῖτις
νιτριώτης
νίτρον
νιτροπηγικός
νιτροποιός
νιτρόω
νιτρώδης
νιτρωδία
νίτρωμα
Νίτωκρις
νίφα
Νιφάντης
νιφαργής
νιφάς
Νιφάτης
νιφέμεν
νιφετός
νιφετώδης
νιφοβλής
νιφόβλητος
νιφοβολία
νιφόβολος
νιφόεις
νιφόκτυπος
νιφοστιβής
νιφοψυχής
νίφω
…
νίτρασμα
Save
νίτρασμα, soap
LSJ
νίτρ-ασμα, ατος, τό,
soap,
Sor.
1.82.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}