About Report a problem

Menu

νεακόνητος

νεακόνητος, newly-whetted

νε-ᾰκόνητος, ον,
  • newly-whetted, νεακόνητον αἷμα χειροῖν ἔχων S. El. 1394 (lyr.); cf. αἷμα II fin.

Saved

Recent