νεανικότης Save νεανικότης, youthfulness LSJ Bailly 2024 νεᾱν-ῐκότης, ητος, ἡ, youthfulness, Sext. Ps. 9.1. νεανικότης, ητος (ἡ) [ᾱ] jeunesse, Spt. Ps. 9, 1. Étym. νεανικός.