νεηκονής
νε-ηκονής, ές, (ἀκόνη) = foreg., S. Aj. 820.
νε·ηκονής, ής, ές, c. le préc. Soph. Aj. 820.
Étym. ν. ἀκονάω.
νεηκονής, ές, neu geschärft, θηγάνῃ νεηκονής, vom Schwerte, Soph. Aj. 807.
νεηκονής
νε-ηκονής, ές
ἀκόνη
= νεηκής, Soph.