νεήτομος
νεήτομος, castrated when young
νεή-τομος, ον,
- cut or castrated when young, AP 6.234 (Eryc.).
νεή·τομος, ος, ον, châtré jeune, Anth. 6, 234.
Étym. νέος, τέμνω.
νεήτομος, γάλλος, in der Jugend verschnitten, Eryc. 2 (VI.934).
νεήτομος
νεή-τομος, ον
τέμνω
- castrated when young, Anth.