νειάτιος Save LSJ Bailly 2024 Pape νειάτιος [ᾰ], η, ον, later form for νείατος, νέατος (A), Man. 6.738. νειάτιος, α, ον [ᾰ] c. νέατος, Man. 6, 738. νειάτιος, sp. poet. = νέατος, Maneth. 6.738.