νεόδματος
νεόδματος, new-built
νεό·δματος, v. νεόδμητος 2.
νεόδμᾱτος
- 1new-built met. new-made. δαῖτα πορσύνοντες ἀστοὶ καὶ νεόδματα στεφανώματα βωμῶν (contra Chrysippus ap. Σ, ἐκ περιφράσεως τοὺς βωμοὺς αὐτούς) I. 4.62