νεόδορος
νεόδορος, newly stripped
νεό-δορος, ον,
- = νεόδαρτος I, Thphr. HP 9.5.3, J. BJ 3.7.10.
νεό·δορος, ος, ον, c. νεόδαρτος, Th. H.P. 9, 5, 3.
Étym. ν. δέρω.
νεόδορος, = νεόδαρτος, Sp., wie DS