νεοφάντης
νεοφάντης, newly initiated
νεο-φάντης, ου, ὁ,
- newly initiated, μύστης Orph. H. 4.9.
νεο·φάντης, ου (ὁ) nouvel initié, Orph. H. 3, 9.
Étym. ν. φαίνω.
νεοφάντης, ὁ, ein Neueingeweihter, nach ἱεροφάντης gebildet, Orph. H. 3.9.