νυκτοφαής Save LSJ Bailly 2024 Pape νυκτο-φᾰής, = νυκτιφαής, dub. in Nonn. D. 44.218. νυκτο·φαής, ής, ές [ᾰ] c. νυκτιφαής, Nonn. D. 44, 218. Étym. νύξ, φάω. νυκτοφαής, ές, = νυκτιφαής, Nonn. D. 44.216.