νυκτοθήρας
νυκτοθήρας, one who hunts by night
νυκτο-θήρας, ου, ὁ,
- one who hunts by night, X. Mem. 4.7.4.
νυκτο·θήρας, ου (ὁ) chasseur de nuit, Xén. Mem. 4, 7, 4.
Étym. ν. θηράω.
νυκτοθήρας, ὁ, Nachtjäger, Xen. Mem. 4.7.4.
νυκτοθήρας
νυκτο-θήρας, ου, ὁ,
θηράω
- a night-hunter, Xen.