νυκτοπλανής Save LSJ Bailly 2024 Pape νυκτο-πλᾰνής, ές, = νυκτιπλανής, Man. 1.311. νυκτο·πλανής, ής, ές [ᾰ] c. νυκτιπλανής (Man. 1, 311). νυκτοπλανής, ές, = νυκτιπλανής, Maneth. 1.311.