νυκτοφανής Save Bailly 2024 Pape νυκτο·φανής, ής, ές [ᾰ] sombre comme la nuit, Anth. 9, 806. Étym. cf. νυκτιφανής. νυκτοφανής, ές, = νυκτιφανής, ep. (IX.806).