Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξενοδαίκτης
Middle Liddell
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξενήκουστος
ξενηλασία
ξενηλατέω
ξενία
ξένια
ξενιαγός
Ξενίας
ξενίδιον
ξενίζω
ξενίη
ξενικόκουφον
ξενικός
ξενικῶς
ξένιος
Ξένιππος
ξενίς
Ξενίς
ξένισις
ξένισμα
ξενισμός
ξενιστής
ξενίστρια
ξενιτεία
ξενιτευτής
ξενιτεύω
ξέννος
ξενοβάκχη
ξενοδαΐκτας
ξενοδαίκτας
ξενοδαΐκτης
ξενοδαίκτης
ξενοδαίτης
ξενοδαιτυμών
Ξενόδημος
ξενοδίκαι
ξενοδοκεῖον
ξενοδοκέω
ξενοδοκία
ξενοδόκος
Ξενόδοκος
ξενοδοτήρ
ξενοδοχεῖον
ξενοδοχέω
ξενοδόχημα
ξενοδοχία
ξενοδοχικός
ξενοδόχος
Ξενόδοχος
ξενοδώτης
ξενόεις
ξενοθάνατος
ξενοθρέπτης
ξενοθυτέω
ξενοκαδής
Ξενοκλείδας
ξενοκλείδειον
Ξενοκλείδης
Ξενοκλῆς
ξενοκοπέω
ξενοκρατέομαι
Ξενοκράτης
…
ξενοδαίκτης
Save
Middle Liddell
ξενοδαίκτης ξενο-δαΐκτης, ου, ὁ,
one who murders guests
, Eur.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}