ξενίζω
ξενίζω, to receive a guest; to surprise, to make strange
- receive or entertain as a guest, ξείνους Od. 3.355; τὸν μὲν ἐγὼ . . ἐῢ ἐξείνισσα 19.194; ἐννῆμαρ ξείνισσε Il. 6.174; ξείνισʼ ἐνὶ μεγάροισιν ib. 217; ξ. τινὰ ἐν δόμοις E. Alc. 1013, etc.; ξ. [τινὰ] σίτοισι S. Fr. 666; ξ. τινὰ πολλοῖς ἀγαθοῖς to present with hospitable gifts, X. Cyr. 5.3.2; ὑμᾶς ἐν πόλει ξενίσωμεν ὧν . . εἴχομεν with or on what we had, Ar. Lys. 1184: metaph., ὃν . . Ἄρης οὐκ ἐξένισεν, i.e. who fell not in battle, S. El. 96 (anap.): —Pass., to be entertained as a guest, Ar. Ach. 73; ξενισθεὶς μὴ ἀντιξενίσαι Phld. Vit. p.30 J.; ὑπό τινος Hdt. 1.30, X. HG 3.1.24, etc.; παρά τινι D.S. 14.30, Act.Ap. 10.6, 21.16; πρός τινα Philem. 109: metaph., λαχάνοισιν, ὥσπερ χῆνες, ἐξενισμένοι Theopomp.Com. 13.
- II surprise, astonish by some strange sight, ξενίζουσαν καὶ καταπληκτικὴν πρόσοψιν Plb. 3.114.4; ξ. τὴν ἀκοήν, of strange words, Hld. 6.14; ξ. καὶ ταράττειν Gp. 2.48.2; ξ. [τὴν τῶν πολλῶν συνήθειαν] do violence to the ordinary use of language, Simp. in Cael. 679.28:—Pass., to be astonished, S. Ichn. 137; τινι Plb. 1.23.5, 3.68.9, 1 Ep.Pet. 4.12; διὰ τὸ παράδοξον Plb. 1.49.7; ἐπί τινι Id. 2.27.4, D.S. 31.2; κατά τι Plb. 1.33.1; μὴ συντρεχόντων ὑμῶν 1 Ep.Pet. 4.4; εἰ . . M.Ant. 8.15, cf. Vett.Val. 302.17; πῶς . . PStrassb. 35.6 (v A. D.); to be puzzled, unable to comprehend, Ael. Tact. 1.6; of fresh leeches, to be unaccustomed to the skin, Antyll. ap. Orib. 7.21.1.
- 2 make strange, of plants and animals, i.e. stunt their growth and distort them, Gp. 9.5.3 (Pass.); τῷ πλήθει ξενιζομένη ἡ φύσις being altered in character, Alex.Aphr. Pr. 1.80, cf. Hippiatr. 15.
- III intr., to be a stranger, speak with a foreign accent, D. 57.18; τὸ ξενίζον τῆς λέξεως D.S. 12.53, cf. Luc. Hist.Conscr. 45.
- 2 to be strange or unusual, of diseases, Gal. 17(1).162; ξ. τῷ σχήματι Luc. Anach. 16; τῷ τρίβωνι Id. Merc.Cond. 24; θάνατος . . τῇ τόλμῃ ξενίζων Id. Hist.Conscr. 25.
1. met acc.
a. gastvrij ontvangen, onderdak geven:
b. bevreemden, verbazen; pass. iets vreemd vinden, verbaasd zijn:
2. intrans. zich als een buitenlander gedragen, er uitzien als een buitenlander:
1) einen Fremden od. Gastfreund gastlich aufnehmen u. bewirten, auch ihm Gastgeschenke geben ; τοὺς δʼ ἐγὼ ἐξείνισσα καὶ ἐν μεγάροισι φίλησα, IL. 3.207 ; πολλάκι μιν ξείνισσεν Μενέλαος οἴκῳ ἐν ἡμετέρῳ, 232 ; τὸν μὲν ἐγὼ πρὸς δώματʼ ἄγων εὖ ἐξείνισσα, Od. 19.194 ; auch ξείνους ξεινίζειν, 3.355 ; σίτοισιν ἐξενίζομεν, Soph. frg. 579, der auch sagt Ἀγαμέμνονα κατὰ μὲν βάρβαρον αἶαν φοίνιος Ἄρης οὐκ ἐξένισεν, El. 96, mit Hindeutung auf den Mord des Agamemnon, der nachher beim Mahle erfolgte ; ἀλλά μʼ ἐξένιζες ἐν δόμοις, Eur. Alc. 1016 ; Ar. Ach. 85, 127 ; u. in Prosa, Her. 1.106, χθὲς ὑπὸ σοῦ ξενισθέντες Plat. Tim. 17b ; Gorg. 771b ; τινὰ πολλοῖς ἀγαθοῖς, Xen. Cyr. 5.3.2 ; ξενισθεὶς ὑπὸ τοῦ δήμου, Pol. 31.25.3 ; auch ξενίζεσθαι παρά τινι, NT.
2) befremden, durch fremdartiges, ungewohntes Aussehen Erstaunen erregen ; bes. im pass., ἐξενίζοντο τῷ τὸ συμβεβηκὸς εἶναι παρὰ τὴν προσδοκίαν, Pol. 3.68.9 ; τινί, wodurch, 1.23.5 ; auch διά τι, 1.49.7 ; ἐπί τινι, 2.27.4 ; u. ξενισθεὶς τὸ γιγνόμενον, 29.11.6. – Auch intr., fremdartig, ungewöhnlich sein, ξενίζουσα πρόσοψις καὶ καταπληκτική, Pol. 3.114.4 ; τῷ σχήματι, Luc. Gymn. 6 ; λέξις μὴ ξενίζουσα, hist. scrib. 45.
Strong 3579
**
1. to receive as a guest, entertain: c. acc. pers., Ac 10:23 28:7, He 13:2; pass., Ac 10:6, 18, 32 21:16.
2. In late writers (Polyb., al.; II Mac 9:6), to surprise, astonish by strangeness: Ac 17:20; pass., I Pe 4:4, 12.†
- Ito receive or entertain strangers, to receive as a guest, Lat. hospitio excipere, Hom., Hdt., etc.; ξ. τινὰ πολλοῖς ἀγαθοῖς to present with hospitable gifts, Xen.:—metaph., ὃν Ἄρης οὐκ ἐξένισεν, i. e. who fell not in battle, Soph.:—Pass. to be entertained as a guest, Hdt., Attic
- IIto astonish by some strange sight, Polyb.:—Pass. to be astonished, Polyb.
- IIIintr. to be a stranger, speak with a foreign accent, Luc.: to be strange or unusual, Luc.
-
…ἐνὶ στήθεσσι κελεύει. νῦν μὲν δαισάμενοι κατακείετε οἴκαδʼ ἰόντες · ἠῶθεν δὲ γέροντας ἐπὶ πλέονας καλέσαντες ξεῖνον ἐνὶ μεγάροις ξεινίσσομεν ἠδὲ θεοῖσιν ῥέξομεν ἱερὰ καλά, ἔπειτα δὲ καὶ περὶ πομπῆς μνησόμεθʼ, ὥς χʼ ὁ ξεῖνος ἄνευθε πόνου καὶ…
Homer, Odyssey
-
…δὲ τοῦ φόρου ἥρπαζον περιελαύνοντες τοῦτο ὅ τι ἔχοιεν ἕκαστοι. καὶ τούτων μὲν τοὺς πλεῦνας Κυαξάρης τε καὶ Μῆδοι ξεινίσαντες καὶ καταμεθύσαντες κατεφόνευσαν, καὶ οὕτω ἀνεσώσαντο τὴν ἀρχὴν Μῆδοι καὶ ἐπεκράτεον τῶν περ καὶ πρότερον, καὶ τήν τε…
Herodotus, The Histories
-
…μῆνας ἐπὶ χρυσῶν ὀρῶν. πόσου δὲ τὸν πρωκτὸν χρόνου ξυνήγαγεν ; τῇ πανσελήνῳ · κᾆτʼ ἀπῆλθεν οἴκαδε. εἶτʼ ἐξένιζε · παρετίθει δʼ ἡμῖν ὅλους ἐκ κριβάνου βοῦς. καὶ τίς εἶδε πώποτε βοῦς κριβανίτας ; τῶν ἀλαζονευμάτων. καὶ…
Aristophanes, Acharnians
-
…ἐξ Ἰθάκης γένος ἔμμεναι, αὐτὰρ ἔφασκε Λαέρτην Ἀρκεισιάδην πατέρʼ ἔμμεναι αὐτῷ. τὸν μὲν ἐγὼ πρὸς δώματʼ ἄγων ἐῢ ἐξείνισσα, ἐνδυκέως φιλέων, πολλῶν κατὰ οἶκον ἐόντων, καί οἱ δῶρα πόρον ξεινήϊα, οἷα ἐῴκει. χρυσοῦ μέν…
Homer, Odyssey
-
…τι φροῦδον ἢ γέρων πατήρ ; γυνὴ μὲν οὖν ὄλωλεν Ἀδμήτου, ξένε. τί φῄς ; ἔπειτα δῆτά μʼ ἐξενίζετε ; ᾐδεῖτο γάρ σε τῶνδʼ ἀπώσασθαι δόμων. ὦ σχέτλιʼ, οἵας ἤμπλακες ξυναόρου. ἀπωλόμεσθα πάντες, οὐ κείνη…
Euripides, Alcestis
-
…, ἐχρηματίσθη ὑπὸ ἀγγέλου ἁγίου μεταπέμψασθαί σε εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ ἀκοῦσαι ῥήματα παρὰ σοῦ. εἰσκαλεσάμενος οὖν αὐτοὺς ἐξένισεν. Τῇ δὲ ἐπαύριον ἀναστὰς ἐξῆλθεν σὺν αὐτοῖς, καί τινες τῶν ἀδελφῶν τῶν ἀπὸ Ἰόππης συνῆλθαν αὐτῷ. τῇ…
NA, New Testament
-
…θεωρίης ἐκδημήσας ὁ Σόλων εἵνεκεν ἐς Αἴγυπτον ἀπίκετο παρὰ Ἄμασιν καὶ δὴ καὶ ἐς Σάρδις παρὰ Κροῖσον. ἀπικόμενος δὲ ἐξεινίζετο ἐν τοῖσι βασιληίοισι ὑπὸ τοῦ Κροίσου · μετὰ δὲ ἡμέρῃ τρίτῃ ἢ τετάρτῃ κελεύσαντος Κροίσου τὸν Σόλωνα θεράποντες περιῆγον κατὰ…
Herodotus, The Histories
-
…ἔργον ἔρεξε τοσοῦτον ὅσσον ὁ παντοδαὴς ἤνυσε Δημόκριτος ; ὃς Θάνατον παρεόντα τρίʼ ἤματα δώμασιν ἔσχεν καὶ θερμοῖς ἄρτων ἄσθμασιν ἐξένισεν. τοιοῦτος μὲν ὁ βίος τἀνδρός. Δοκεῖ δʼ αὐτῷ τάδε · ἀρχὰς εἶναι τῶν ὅλων ἀτόμους καὶ κενόν ,…
Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers
-
…, ὅς τις ὑπάρξῃ. ἀλλʼ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον, πόστον δὴ ἔτος ἐστίν, ὅτε ξείνισσας ἐκεῖνον σὸν ξεῖνον δύστηνον, ἐμὸν παῖδʼ, εἴ ποτʼ ἔην γε, δύσμορον ; ὅν που τῆλε φίλων καὶ…
Homer, Odyssey
-
…ὁρῶμεν γὰρ πάντα ἀληθῆ ὄντα ἃ λέγετε. ἐκ τούτου ξένιά τε ἔπεμπον οἱ Κοτυωρῖται καὶ οἱ στρατηγοὶ τῶν Ἑλλήνων ἐξένιζον τοὺς τῶν Σινωπέων πρέσβεις, καὶ πρὸς ἀλλήλους πολλά τε καὶ φιλικὰ διελέγοντο τά τε ἄλλα καὶ περὶ τῆς λοιπῆς…
Xenophon, Anabasis