Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξυλοεργός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξυλήριον
ξυληρός
ξυληφθόρος
ξυλήφιον
ξυλία
ξυλίζομαι
ξυλικός
ξύλινος
ξύλιον
ξυλισμός
ξυλιστής
ξυλίτης
ξυλίφιον
ξυλλ
ξυλλ-
ξυλλαγχάνω
ξυλλαμβάνω
ξυλλείομαι
ξύλληψις
ξυλλογίζω
ξύλλομαι
ξυλλυπέω
ξυλοβάλσαμον
ξυλόβολον
ξυλόγλυκον
ξυλογλύφος
ξυλογραφέομαι
ξυλογραφέω
ξυλοδωνίη
ξυλοειδής
ξυλοεργός
ξυλοθήκη
ξυλοκάνθηλα
ξυλοκανθήλια
ξυλοκάρπασον
ξυλοκάρυον
ξυλοκαρυόφυλλον
ξυλοκασία
ξυλοκασσία
ξυλοκαστέλλιον
ξυλοκατασκεύαστος
ξυλοκατάσκευος
ξυλοκέρατα
ξυλοκέρατον
ξυλόκερκος
Ξυλόκερκος
ξυλοκιννάμωμον
ξυλόκοκκα
ξυλόκοκκον
ξυλοκόλλα
ξυλοκοπέω
ξυλοκοπία
ξυλοκόπος
ξυλοκράμβη
ξυλοκύμβη
ξυλοκυστίς
ξυλολεπής
ξυλολογεία
ξυλολυχνοῦχος
ξυλόλωτος
ξυλόμακερ
…
ξυλοεργός
Save
LSJ
ξῠλο-εργός, ὁ,
= ξυλουργός,
Supp.Epigr.
4.105 (Rome, i A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}