Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξύλιον
ξύλιον, block of wood
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξύγκρασις
ξυγχέω
ξυζανει
ξυήλη
ξυηρός
ξυλάβιον
ξυλαλόη
ξυλαμάω
ξυλαμή
ξυλάμησις
ξυλαμητής
ξυλάνηθον
ξυλάριον
ξυλάφιον
ξυλεία
ξυλεύομαι
ξυλεύς
ξυλεύω
ξυληβόρος
ξυληγέω
ξυληγία
ξυληγός
ξυλήριον
ξυληρός
ξυληφθόρος
ξυλήφιον
ξυλία
ξυλίζομαι
ξυλικός
ξύλινος
ξύλιον
ξυλισμός
ξυλιστής
ξυλίτης
ξυλίφιον
ξυλλ
ξυλλ-
ξυλλαγχάνω
ξυλλαμβάνω
ξυλλείομαι
ξύλληψις
ξυλλογίζω
ξύλλομαι
ξυλλυπέω
ξυλοβάλσαμον
ξυλόβολον
ξυλόγλυκον
ξυλογλύφος
ξυλογραφέομαι
ξυλογραφέω
ξυλοδωνίη
ξυλοειδής
ξυλοεργός
ξυλοθήκη
ξυλοκάνθηλα
ξυλοκανθήλια
ξυλοκάρπασον
ξυλοκάρυον
ξυλοκαρυόφυλλον
ξυλοκασία
ξυλοκασσία
…
ξύλιον
Save
ξύλιον, block of wood
LSJ
ξῠλ-ιον, τό,
block of wood,
POxy.
901.10 (iv A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}