ξυλισμός
ξυλισμός, felling and carrying of wood
ξῠλ-ισμός, ὁ,
- = ξυλεία I, Str. 12.2.7, D.H. 5.41.
ξυλισμός, οῦ (ὁ) [ῠ] action de ramasser du bois, Str. 538 ; DH. 5, 41.
Étym. ξυλίζομαι.
ξυλισμός, ὁ, = ξυλεία, Sp.