οἶσε
οἶσε, οἰο-έτω, οἰό-ετε, οἰσέμεν, οἰο-έμεναι, v. φέρω.
οἶσε, οἰσέτω, οἴσετε, οἰσέμεν, οἰσέμεναι, v. φέρω.
οἶσε, imper. fut. zu φέρω.
οἶσε
aor. imp. φέρω.
aor. imp. φέρω.