οἶσθα
οἶσθα, οἶσθας,
- v. οἶδα ὀϊσθείς, v. οἴομαι.
οἶσθα, 2 sg. d’οἶδα.
οἶσθα, du weißt, von οἶδα, s. *εἴδω.
οἶσθα
2 sing. pf. εἴδω C.
οἶσθα : see εἴδω, II.