οὐθέτερος Save LSJ Bailly 2024 Pape οὐθέτερος, α, ον, = οὐδέτερος, S.E. M. 11.186, Iamb. Protr. 21.κσ. οὐθέτερος, α, ον, c. οὐδέτερος, Sext. 582. οὐθέτερος, spätere Formen für οὐδέτερος. Vgl. οὐθείς.