οὗ
οὗ, (adv.) where
οὗ2, himself, herself, itself (indirect reflexive)
- where, v. ὅς, ἥ, ὅ A b.1.
- A FORMS: gen. ἕο Il. 5.343, al., εὗ v.l. in Od. 19.446 (ap. A.D. Pron. 76.15, etc.), al., εἷο Il. 4.400, Od. 22.19, ἑοῦ A.D. Pron. 77.10; ἑο enclit., Od. 14.461, εὑ Il. 14.427, al., Hdt. 3.135; ἕθεν is another Ep. form, Il. 3.128, al. (used by A. Supp. 66 (lyr.)), enclit. in Il. 9.686, al.; ϝέθεν Alc. 11; οὗ ἕθεν together, A.R. 1.362, 4.1471; εἷο for ἐμοῦ, Id. 2.635: Att. οὗ, but rarely used, S. OT 1257, Pl. Smp. 174d, R. 393e, 614b: Locr. ϝέος dub. in IG 9(1).334.33 (v B. C.): Boeot. ἑοῦς Corinn. 2: Dor. ϝίο (γίο cod.) Hsch.: late Ep. ἑοῖο A.R. 1.1032 (v.l. ἑεῖο): dat. οἷ Od. 11.433, al., enclit. in 1.17, al. (enclit. οἱ perh. as gen., Il. 16.531, Archil. 29, Hdt. 1.60, 3.15, A.R. 3.371, Theoc. 25.66, cf.Sch. Il. 19.384 and ἐγώ II): Delph. ϝοι GDI 2561 D 14 (also Aeol., Sapph. 111): Att. οἷ Pl. Smp. 174e, X. An. 1.1.8, enclit. οἱ A. Ag. 1147 (lyr.), Th. 2.13, al., Antipho 5.93, And. 1.38, Pl. Phlb. 60d, al., X. Mem. 1.2.32, etc.: ἑοῖ twice in Hom., Il. 13.495, Od. 4.38; ἑοῖ αὐτῇ used of the 1 pers., A.R. 3.99: for ϝίν, ἵν, v. ἵ: Boeot. ἑΐν Corinn. 36: acc. ἕ Il. 4.497, al., Pi. O. 9.14, enclit. ἑ Il. 1.236, al., never in Trag., Com., Th., Hdt., or X., but found in Pl. Smp. 175a, al.; ἑέ twice in Hom., Il. 20.171, 24.134 (perh. with elision in 14.162, 17.551); ἑ as fem. pl., h.Ven. 267; ϝhέ dub. in GDI 1267.23 (Pamphylia): for the forms σφε, μιν, νιν, ἵ, σφωέ, σφεῖς, v. sub vocc.
- B MEANINGS:
- I him, her, ἐπεί ἑό φημι βίῃ πολὺ φέρτερος εἶναι Il. 15.165; ἅλις δέ οἱ· ἀλλὰ ἕκηλος ἐρρέτω· ἐκ γάρ εὑ φρένας εἵλετο μητίετα Ζεύς 9.376-7; περὶ κεῖνον ὀΐζυε καί ἑ φύλασσε 3.408; ἡ δέ οἱ κόμη ὤμους κατεσκίαζε Archil. 29, etc.: this use is not found in Prose, exc. in dialects, IG 4.506 (Argos), 7.2407.7 (Boeot.), Berl.Sitzb. 1927.169 (Cyrene); ἀπέλαβε τήν οἱ ὁ πατὴρ εἶχε ἀρχήν his father, Hdt. 3.15, cf. 4.50, al.
- II as ἐμέ can be used reflexively (αὐτὰρ ἐγὼν ἐμὲ λύσομαι Il. 10.378), so also ἕ (οὗ, οἷ), Ἀχιλῆα, ἕο μέγʼ ἀμείνονα φῶτα, ἠτίμησεν Il. 2.239; ἡ δʼ ἔξοχα λυγρὰ ἰδυῖα οἷ τε κατʼ αἶσχος ἔχευε καὶ ἐσσομένῃσιν ὀπίσσω Od. 11.433; ἡ δὲ . . ἀπὸ ἕο κάββαλεν υἱόν Il. 5.343: later this reflex. sense is found only when the Pron. is used in a subordinate clause or construction (esp. acc. c. inf.) and refers to the subject of the principal Verb, e.g. προηγόρευε τοῖς Ἀθηναίοις . . ὅτι Ἀρχίδαμος μέν οἱ ξένος εἴη . . καὶ μηδεμίαν οἱ ὑποψίαν κατὰ ταῦτα γίγνεσθαι Th. 2.13.
- 2 οὗ ἕ οἷ in combination with αὐτοῦ, αὐτόν, etc. forms a reflex. Pron. used without the foregoing restriction: in Hom. the two words are separate, e.g. πειρήθη δʼ ἕο αὐτοῦ ἐν ἔντεσι δῖος Ἀχιλλεύς Il. 19.384, cf. 5.64, al.: later they form one word, v. ἑαυτοῦ. [ὅς ῾ϝʼ ἄξει, i.e. with elision of ῾ϝέ, must be read or understood for ὃς ἄξει, Il. 24.154, in view of ὅς σʼ ἄξει in l. 183, and so prob. in 1.195 (cf. 208), 4.315 (ὥς ῾ϝʼ), 16.545 (μή ῾ϝʼ), Od. 5.135 (ἠδέ ῾ϝʼ): so ἔνθα ῾ϝ(οι) ἔσαν is conjectured for ἔνθʼ ἔσαν οἱ Il. 6.289 (cf. ἔνθα οἱ ἦσαν ὕες Od. 15.556), also ἀμφὶ δέ ῾ϝ(οι) ὄσσε in Il. 5.310: the elided acc. ϝʼ is prob. to be recognized in δὸς δέ ϝʼ ἰν ἀνθρο̄ποις δόξαν ἔχε̄ν ἀγαθ(ά)ν IG 14.652 (Metapontum), rather than ϝιν.] (ἕ from *swe, ἑέ from *sewe, cogn. with ὅς (Possess.) and ἑός, qq. v.)
1. geaccentueerde vormen, dir. en indir. refl. (van, aan) hem(zelf)
2. encl. vormen, aanw. pron. hem, haar, het:
Strong 3757
where, whither;
(a) in answer to the question "where?" (= (LXX), Col 3:1, He 3:9(LXX), Re 17:15; of condition, Ro 4:15 5:20, II Co 3:17;
(b) in answer to the question "whither?" (=
- where, v. ὅς, ἥ, ὅ b. III.
-
…ἐπὶ παῖδας κόρας καὶ ὀρφανὰς εἰσιόντα, ἐξήλασαν βίᾳ. καὶ τοσούτου ἐδέησεν αὐτῷ μεταμελῆσαι τῶν ὑβρισμένων, ὥστε ἐξευρὼν οὗ ἐδειπνοῦμεν ἀτοπώτατον πρᾶγμα καὶ ἀπιστότατον ἐποίησεν, εἰ μή τις εἰδείη τὴν τούτου μανίαν. ἐκκαλέσας γάρ με ἔνδοθεν ,…
Lysias, Speeches
-
…ἔταττον, οὓς ὑμεῖς εἵλεσθε ἄρχειν μου, καὶ ἐν Ποτειδαίᾳ καὶ ἐν Ἀμφιπόλει καὶ ἐπὶ Δηλίῳ, τότε μὲν οὗ ἐκεῖνοι ἔταττον ἔμενον ὥσπερ καὶ ἄλλος τις καὶ ἐκινδύνευον ἀποθανεῖν, τοῦ δὲ θεοῦ τάττοντος, ὡς ἐγὼ ᾠήθην τε…
Plato, Apology
-
…μειράκιον, ἵνα μὴ τούτῳ μαχοίμην, ἐπειδὴ δὲ ἀφικόμην πάλιν, ἦγον αὐτὸν ἐπὶ τὴν οἰκίαν τὴν Σίμωνος, οὗ πλεῖστα ἔμελλον πράγματα ἕξειν ; καὶ ἐπεβούλευον μὲν αὐτῷ, οὕτω δὲ ἦλθον ἀπαράσκευος, ὥστε μήτε φίλους μήτε οἰκέτας…
Lysias, Speeches
-
…ἦν βασανιζόμενον, εἴ τι ἐγὼ ἐξημάρτανον ; ἀλλʼ εἰς τοσοῦτον ἀμαθίας ἀφικόμην, ὥστε ἐπιβουλεύων Σίμωνι οὐκ ἐτήρησα αὐτὸν οὗ μόνον οἷόν τʼ ἦν λαβεῖν, ἢ νύκτωρ ἢ μεθʼ ἡμέραν, ἀλλʼ ἐνταῦθα ἦλθον οὗ αὐτὸς ἔμελλον ὑπὸ πλείστων…
Lysias, Speeches
-
…ἐμὴν οἰκίαν φοιτῶν εἰσῄει βίᾳ, καὶ οὔτε τῆς ἀδελφῆς οὔτε τῶν ἀδελφιδῶν φροντίσας ζητεῖν με ἐτόλμα, καὶ ἐξευρὼν οὗ δειπνῶν ἐτύγχανον, ἐκκαλέσας ἔτυπτέ με ; καὶ τότε μὲν ἄρα, ἵνα μὴ περιβόητος εἴην, ἡσυχίαν ἦγον ,…
Lysias, Speeches
-
…Σίμωνι οὐκ ἐτήρησα αὐτὸν οὗ μόνον οἷόν τʼ ἦν λαβεῖν, ἢ νύκτωρ ἢ μεθʼ ἡμέραν, ἀλλʼ ἐνταῦθα ἦλθον οὗ αὐτὸς ἔμελλον ὑπὸ πλείστων ὀφθήσεσθαί τε καὶ συγκοπήσεσθαι, ὥσπερ κατʼ ἐμαυτοῦ τὴν πρόνοιαν ἐξευρίσκων, ἵνʼ ὡς μάλιστα ὑπὸ…
Lysias, Speeches
-
…καὶ οὓς φυλάξειν ᾤοντο καὶ πρὸς οὓς κινδυνεύσειν ἔμελλον, ; διεφθάρησαν ; οὐχ ἡττηθέντες τῶν ἐναντίων, ἀλλʼ ἀποθανόντες οὗπερ ἐτάχθησαν μάχεσθαι · τούτῳ δὲ τῷ τρόπῳ τῶν μὲν δυστυχησάντων, τῶν δὲ τῆς παρόδου κρατησάντων, οἱ μὲν ἐπορεύοντο…
Lysias, Speeches
-
…. μὴ αὐτὸν οἴει φροντίσαι θανάτου καὶ κινδύνου ; οὕτω γὰρ ἔχει, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῇ ἀληθείᾳ · οὗ ἄν τις ἑαυτὸν τάξῃ ἡγησάμενος βέλτιστον εἶναι ἢ ὑπʼ ἄρχοντος ταχθῇ, ἐνταῦθα δεῖ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, μένοντα…
Plato, Apology
-
…Λάϊος κατασφαγείη πρὸς τριπλαῖς ἁμαξιτοῖς. ηὐδᾶτο γὰρ ταῦτʼ οὐδέ πω λήξαντʼ ἔχει. καὶ ποῦ ʼσθʼ ὁ χῶρος οὗτος οὗ τόδʼ ἦν πάθος ; Φωκὶς μὲν ἡ γῆ κλῄζεται, σχιστὴ δʼ ὁδὸς ἐς ταὐτὸ Δελφῶν κἀπὸ Δαυλίας ἄγει .…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…ἔδοξε γῆς φίλαις κατασκαφαῖς · στυγῶν γὰρ ἐχθροὺς θάνατον εἵλετʼ ἐν πόλει ἱερῶν πατρῴων δʼ ὅσιος ὢν μομφῆς ἄτερ τέθνηκεν οὗπερ τοῖς νέοις θνῄσκειν καλόν. οὕτω μὲν ἀμφὶ τοῦδʼ ἐπέσταλται λέγειν · τούτου δʼ ἀδελφὸν τόνδε Πολυνείκους νεκρὸν ἔξω βαλεῖν…
Aeschylus, Seven Against Thebes