ὀτρυντήρ Save ὀτρυντήρ, [lexical cite] LSJ Pape ὀτρυν-τήρ· κῆρυξ, κελευστής, σαλπιγκτήρ, Hsch. ὀτρυντήρ, ῆρος, ὁ, = ὀτρύντης, Hesych.