ὄττις
ὄττις, [lexical cite]
ὄττις, ἡ,
- = ὄψις, Hsch.; ὄττιες ἀχλυώδεες Aret. SD 2.13.
ὄττις, εως, ion. ιος (ἡ) vue, action de voir, Arét. Caus. m. diut. 2, 13.
Étym. ὄσσομαι, cf. ὄψις.
ὄττις, ἡ, = ὄψις, Hesych.