πάρεσαν
πάρεσαν, Ep. 3 pl. impf. of πάρειμι (εἰμί sum).
πάρεσαν, épq. c. παρῆσαν, 3 pl. impf. de πάρειμι.
πάρεσαν
3 pl. impf. πάρειμι1.
πάρεσαν : see πάρειμι 1.
3 pl. impf. πάρειμι1.