παρέρχομαι
παρέρχομαι, παρέρχομαι, come forward, pass by, go by (verb)
- go by, beside, or past, pass by, of a ship, Od. 16.357; ἧος μέγα κῦμα παρῆλθεν 5.429; of birds, 12.62; of persons, A. Supp. 1004, etc.; [παρῆλθεν ὁ κίνδυνος] ὥσπερ νέφος passed away, D. 18.188.
- 2 of Time, pass, Hdt. 2.86; παρεληλύθει τὰ Διονύσια Aeschin. 3.69; ὁ παρελθὼν χρόνος time past, E. Fr. 1028 (anap.); ὁ π. ἄροτος the past season, S. Tr. 69; π. ὁδοί wanderings now gone by, Id. OC 1397; οἱ παρεληλυθότες πόνοι Pl. Phdr. 231b, X. An. 4.3.2; τῆς παρελθούσης νυκτός Pl. Prt. 310a; ἐν τῷ παρελθόντι χρόνῳ in time past, of old, X. Cyr. 8.8.20, etc.; τὰ παρεληλυθότα past events, D. 18.191; τὸ παρελθόν, opp. τὸ μέλλον, Arist. Ph. 218a9; ὁ παρεληλυθώς (sc. χρόνος) Id. Po. 1457a18, cf. Cat. 5a8, S.E. P. 3.106.
- IIpass by, outstrip, esp. in speed, τινα Il. 23.345; ποσὶν μή τίς με παρέλθῃ Od. 8.230; π. ἐν δόλοισιν surpass in wiles, 13.291; οὔ με δόλῳ παρελεύσεαι Thgn. 1285; δυνάμει E. Ba. 906 (lyr.); ἀναιδείᾳ Ar. Eq. 277; π. τῇ πρώτῃ στρατείᾳ to be superior, have the advantage, Aeschin. 3.129; τοὺς λόγους τἄργα παρέρχεται D. 10.3; τὸ ψυχρὸν τοῦτʼ ὄνομα, τὸ ἄχρι κόρου, παρελήλυθε has outdone that hackneyed phrase, ‘to satiety’, Id. 19.187.
- 2outwit, elude, ‘give the go-by to’, μὴ δὴ οὕτως. . κλέπτε νόῳ, ἐπεὶ οὐ παρελεύσεαι οὐδέ με πείσεις (unless in signf. v) Il. 1.132; οὐκ ἔστι Διὸς κλέψαι νόον οὐδὲ παρελθεῖν Hes. Th. 613; φυλακὰς . . ἐούσας οὐδὲν χαλεπὰς παρελθεῖν Hdt. 3.72; π. τὴν πεπρωμένην τύχην E. Alc. 695; τὴν ἐν τῷ ὅλῳ ψυχήν Plot. 6.7.11; τὰς αἰτίας καὶ τὰς διαβολάς D. 18.7.
- III pass on and come to a place, arrive at, ἐς τὰ δίκαια Hes. Op. 216; εἰς τὴν δυναστείαν D. 9.24; εἰς τὴν οὐσίαν Luc. Gall. 12; ἐπὶ τὰ πράγματα Id. DMort. 25[12].4.
- 2pass in, ἐς τὴν αὐλήν Hdt. 3.77, 5.92.γʹ; ἔσω or εἴσω π. go into a house, etc., A. Ch. 849, S. El. 1337, etc.; ἔσω θυρῶνος Id. OT 1241; εἴσω παρὰ τοὺς γηγενεῖς Ar. Nu. 853: c. acc., π. δόμους E. Med. 1137, Hipp. 108; of an army, π. εἰς τὴν πόλιν βίᾳ X. An. 5.5.11; π. εἴσω Πυλῶν D. 18.35.
- 3 metaph., εἰς παροιμίαν παρῆλθε τὸ πρᾶγμα passed into a proverb, Arist. Fr. 593; εἰς τὴν τραγικὴν . . ὀψὲ π. [ἡ ὑπόκρισις] Id. Rh. 1403b23.
- IVpass without heeding, τεὸν βωμόν Il. 8.239; disregard, slight θεούς E. Supp. 231; νόμους D. 37.37; pass over, omit, οὐδὲν π. Ar. V. 637, cf. Pl. Phdr. 278e, etc.
- 2 overstep, transgress, Antipho 5.12, Lys. 6.52.
- Vpass unnoticed, escape the notice of (v. supr. II.2), mostly of things, πολλά με καὶ συνιέντα π. Thgn. 419; οὐδέ μʼ ὄμματος φρουρὰν παρῆλθε τόνδε μὴ λεύσσειν στόλον S. Tr. 226; τουτὶ γὰρ αὖ μικροῦ παρῆλθέ μʼ εἰπεῖν D. 21.110: abs., ὡς μὴ παρέλθωσʼ αἱ κόραι S. OC 902.
- VIcome forward to speak, ἐς τὸν δῆμον π. Th. 5.45; εἰς τὴν ἐκκλησίαν Aeschin. 3.95: freq. abs., ταῦτα ἔλεγε παρελθὼν ὁ Ἀριστείδης Hdt. 8.81; ὀλίγων ἕνεκα καὐτὴ παρῆλθον ῥημάτων Ar. Th. 443, cf. Av. 1612; παρελθὼν ἔλεξε τοιάδε, π. εἶπε, Th. 2.59, X. Ap. 10; ὁ βουλόμενος παρελθὼν ἐλεγξάτω Lys. 25.14.
- VII pf. παρελήλυθα, = πάρειμι, adsum, Th. 4.86.
1. met acc.
a. langs ... gaan, voorbijgaan, passeren:
b. overdr. te slim af zijn, ontkomen aan:
c. voorbijgaan (aan), overslaan, veronachtzamen:
2. met bep. van richting
a. binnengaan, binnendringen, met prep. bep.:
b. spec. naar voren komen (in een vergadering):
3. abs. voorbijgaan, passeren:
1) an der Seite oder daneben vorbeikommen, Od. 12.62, 16.357 ; oft mit dem Nebenbegriffe »glücklich entkommen«, Il. 1.132 (vgl. 2); mit dem acc. des Gegenstandes, an dem man vorbeikommt, 8.239 ; Her. 3.72 ; Plat. Alc.I, 123b ; – vorbeigehen, verfließen, κῦμα, Od. 5.429, von der Zeit, vergehen, πρὶν ἂν τὸ καῦμα παρέλθῃ, Plat. Phaedr. 242a ; τὸν παρελθόντʼ ἄροτον, Soph. Trach. 69 ; ἐν τῷ παρεληλυθότι χρόνῳ, in der vergangenen Zeit, Plat. Rep. VI.499c ; τῆς παρελθούσης νυκτὸς ταυτησί, Prot. 310a ; u. übh. von Dingen, die der Vergangenheit angehören, ταῖς ὁδοῖς παρελθούσαις, Soph. O.C. 1397, vgl. Phil. 1358 ; ὅντινα τὸν παρεληλυθότα βίον βεβίωκεν, Plat. Lach. 188a, das vergangene Leben ; Sp.
2) zuvorkommen, an Schnelligkeit übertreffen, οἴοισιν δείδοικα ποσὶν μή τίς με παρέλθῃ Φαιήκων, Od. 8.230, daß mich Einer im Lauf übertreffe, vgl. Il. 23.345 οὐκ ἔσθʼ ὅς κέ σʼ ἕλῃσι μετάλμενος, οὐδὲ παρέλθῃ ; aber auch ἐν δόλοισιν, in Listen übertreffen, Od. 13.291. Daher = täuschen, überlisten, Διὸς νόον, Hes. Th. 613 ; vgl. Schaefer Schol. Par. Ap.Rh. 2.936 ; ἕτερος ἕτερον ὄλβῳ καὶ δυνάμει παρῆλθεν, übertraf an Macht, Eur. Bacch. 904 ; μὴ τὴν τεκοῦσαν τῇ φιλανδρίᾳ ζήτει παρελθεῖν, Andr. 229 ; ἢν ἀναιδείᾳ παρέλθῃς αὐτόν, Ar. Eq. 277 ; τὰ ἔργα τοὺς λόγους παρέρχεται, Dem. 10.3.
3) übergehen, aus der Acht lassen, unbemerkt lassen ; ὡς δὲ πάντʼ ἐπελήλυθεν κοὐδὲν παρῆλθεν, Ar. Vesp. 636 ; Plat. Phaedr. 278e. Daher auch entgehen, πολλά με καὶ συνιέντα παρέρχεται, Theogn. 419 ; vgl. Soph. Trach. 226, οὐδέ μʼ ὄμματος φρουρὰν παρῆλθε τόνδε μὴ λεύσσειν στόλον ; u. τοῦτο γὰρ αὖ με μικροῦ παρῆλθεν εἰπεῖν, Dem. 21.110, das vergaß ich beinahe zu sagen. – Aber auch = darüber hinausgehen, übertreten, νόμον, Lys. 6.52 ; Dem. 37.37 ; vgl. Eur. Suppl. 231.
4) hinzu-, hinangehen, -kommen ; Hes. O. 218 ; εἴσω, Aesch. Ch. 845 u. A.; εἴς τι, Her. 3.77 ; Eur. Ion 1171, der es auch c. accus. verbindet, παρῆλθε νυμφικοὺς δόμους Med. 1137, Hipp. 108 ; εἰς τὰ βασίλεια, Plut. Anton. 74 ; εἴσω Πυλῶν, eindringen, Dem. 18.35 ; bes. vor einer Versammlung oder sonst als Redner öffentlich auftreten, παρελθὼν ἔλεξε τοιάδε, Thuc. 2.59, 3.36 u. öfter ; Ar. Eccl. 409 ; ἐὰν θᾶττον ἐς τὸν Ἀθηναίων δῆμον παρέλθῃς, Plat. Alc.I, 105a u. oft bei den Rednern u. Sp., παρελθὼν εἰς τὸν δῆμον, Plut. Them. 4 ; παρελθεῖν εἰς τὸ κοινὸν βουλευτήριον, Pol. 2.50.10. – Auch εἰς τὴν δυναστείαν, Dem. 9.24, zur Herrschaft gelangen, wie εἰς τὴν ἀρχήν, Plut. Anton. 5 ; ἐπὶ τὰ πράγματα, Luc. D.Mort. 12.4 ; εἰς τὴν οὐσίαν, die Erbschaft antreten, Gall. 12.
[παρ-, παρα- 3.]
2 sing. fut. παρελεύσεαι Il. 1.132.
3 sing. aor. παρῆλθε Od. 5.429.
3 sing. subj. παρέλθῃ Il. 23.345 : Od. 8.230.
3 sing. opt. παρέλθοι Od. 13.291.
Infin. παρελθέμεν Il. 8.239.
- 1
To pass, make good one’s passage Od. 12.62, Od. 16.357.
In reference to the passage of a wave Od. 5.429.
- 2
With acc., to go past, pass, leave on one side or behind : τεὸν βωμόν Il. 8.239.
To outstrip Il. 23.345 : Od. 8.230.
To overreach, get the better of, outwit Il. 1.132 : Od. 13.291.
- 1
Strong 3928
1. to pass, pass by;
(a) of persons: absol., Lk 18:37; c. acc. pers., Mk 6:48; c. acc. lot., Ac 16:8; seq. διά, c. gen., Mt 8:28;
(b) of things: τ. ποτήριον, Mt 26:39 (ἀπ’ ἐμοῦ), Mt 26:42; of time, Mt 14:15, Mk 14:35, Ac 27:9, I Pe 4:3. Metaph.,
(a) to pass away, perish: Mt 5:18 24:34, 35, Mk 13:30, 31, Lk 16:17 21:32, 33, II Co 5:17, Ja 1:10, II Pe 3:10;
(b) to pass by, neglect, disregard: c. acc. rei, Lk 11:42 15:29.
2. to come to, arrive: Lk 12:37 17:7, Ac 24:7, R, mg. (cf. ἀντι-παρέρχομαι).†
- IDep.:— to go by, beside or past, to pass by, pass, Od.; παρῆλθεν ὁ κίνδυνος ὥσπερ νέφος passed away, Dem.
- 2of Time, to pass, Hdt.; ὁ παρελθὼν ἄροτος the past season, Soph.; π. ὁδοί wanderings now gone by, Soph.; ἐν τῷ παρελθόντι in time past, of old, Xen.; τὰ παρεληλυθότα past events, Dem.
- IIto pass by, outstrip, Hom., Theogn., Attic; τοὺς λόγους τὰ ἔργα παρέρχεται Dem.
- 2to outwit, escape, elude, Il., Hdt., Eur.
- IIIto arrive at, π. εἰς . . Hes.
- 2to pass in, ἐς τὴν αὐλήν Hdt.; π. ἔσω or εἴσω to go into a house, etc., Trag.; c. acc., π. δόμους Eur.
- IVto pass without heeding, τεὸν βωμόν Il.: to pass by, pass over, disregard, slight, θεούς Eur.
- 2to overstep, transgress, τοὺς νόμους Dem.
- Vto pass unnoticed, escape the notice of, τουτὶ παρῆλθέ με εἰπεῖν Dem.
- VIin Attic to come forward to speak, π. εἰς τὸν δῆμον Thuc.; absol., παρελθὼν ἔλεξε τοιάδε Thuc.
-
…τὴν μουσικήν μοι ἐπιτάττοι ποιεῖν. ἦν γὰρ δὴ ἄττα τοιάδε · πολλάκις μοι φοιτῶν τὸ αὐτὸ ἐνύπνιον ἐν τῷ παρελθόντι βίῳ, ἄλλοτʼ ἐν ἄλλῃ ὄψει φαινόμενον, τὰ αὐτὰ δὲ λέγον, ὦ Σώκρατες, ἔφη, μουσικὴν ποίει…
Plato, Phaedo
-
…ἕνεκα, ὅτι ἠδίκησεν, ὅστις μὴ ὥσπερ θηρίον ἀλογίστως τιμωρεῖται · ὁ δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρῶν κολάζειν οὐ τοῦ παρεληλυθότος ἕνεκα ἀδικήματος τιμωρεῖται οὐ γὰρ ἂν τό γε πραχθὲν ἀγένητον θείη ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος χάριν, ἵνα μὴ αὖθις ἀδικήσῃ…
Plato, Protagoras
-
…μὴν καὶ ἡμεῖς σοί, ἐὰν λέγῃς. διπλῆ ἂν εἴη ἡ χάρις. ἀλλʼ οὖν ἀκούετε. τῆς γὰρ παρελθούσης νυκτὸς ταυτησί, ἔτι βαθέος ὄρθρου, Ἱπποκράτης, ὁ Ἀπολλοδώρου ὑὸς Φάσωνος δὲ ἀδελφός, τὴν θύραν τῇ βακτηρίᾳ…
Plato, Protagoras
-
…ἐδέοντό μου συγγνώμην ἔχειν, οὐχ ὡς ἀδικούμενοι ἀλλʼ ὡς δεινὰ πεποιηκότες · καὶ ἐξ ἐκείνου τοῦ χρόνου τεττάρων ἐτῶν παρεληλυθότων οὐδέν μοι πώποτε ἐνεκάλεσεν οὐδείς. Σίμων δʼ οὑτοσί, πάντων τῶν κακῶν αἴτιος γενόμενος, τὸν μὲν ἄλλον χρόνον…
Lysias, Speeches
-
…τούτοισι ἀμειψάμενος ὁ Ἅρπαγος, ὥς οἱ παρεδόθη τὸ παιδίον κεκοσμημένον τὴν ἐπὶ θανάτῳ ἤιε κλαίων ἐς τὰ οἰκία · παρελθὼν δὲ ἔφραζε τῇ ἑωυτοῦ γυναικὶ τὸν πάντα Ἀστυάγεος ῥηθέντα λόγον. ἡ δὲ πρὸς αὐτὸν λέγει · νῦν ὦν τί…
Herodotus, The Histories
-
…προσβολῆς πράξας ἀπῆλθε, τῇ ὑστεραίᾳ λαβὼν τῶν μὲν Λακεδαιμονίων δύο μόρας, τῶν δὲ Ἀθηναίων ἱππέων τρεῖς φυλάς, παρῆλθεν ἐπὶ τὸν κωφὸν λιμένα, σκοπῶν πῇ εὐαποτειχιστότατος εἴη ὁ Πειραιεύς. ἐπεὶ δὲ ἀπιόντος αὐτοῦ προσέθεόν τινες καὶ πράγματα…
Xenophon, Hellenica
-
…οὐδʼ ἐπιβαλόμενον οὐδένα βασανίζειν, ὅσον γε καὶ ἡμᾶς εἰδέναι, παντελῶς ὑπέλαβον ἀναγκαῖον εἶναι τὸ μὴ παραλιπεῖν μηδʼ ἐᾶσαι παρελθεῖν ἀνεπιστάτως τὸ κάλλιστον ἅμα δʼ ὠφελιμώτατον ἐπιτήδευμα τῆς τύχης. πολλὰ γὰρ αὕτη καινοποιοῦσα καὶ συνεχῶς ἐναγωνιζομένη τοῖς τῶν ἀνθρώπων…
Polybius, Histories
-
…χειμὼν ἔληγε, Παντακλέους μὲν ἐφορεύοντος, ἄρχοντος δʼ Ἀντιγένους, ἔαρος ἀρχομένου, δυοῖν καὶ εἴκοσιν ἐτῶν τῷ πολέμῳ παρεληλυθότων, οἱ Ἀθηναῖοι ἔπλευσαν εἰς Προκόννησον παντὶ τῷ στρατοπέδῳ. ἐκεῖθεν δʼ ἐπὶ Καλχηδόνα καὶ Βυζάντιον ὁρμήσαντες ἐστρατοπεδεύσαντο πρὸς Καλχηδόνι…
Xenophon, Hellenica
-
…δʼ εὐλάβειαν τῶνδε προυθέμην ἐγώ. καὶ νῦν ἀπαλλαχθέντε τῶν μακρῶν λόγων καὶ τῆς ἀπλήστου τῆσδε σὺν χαρᾷ βοῆς εἴσω παρέλθεθʼ, ὡς τὸ μὲν μέλλειν κακὸν ἐν τοῖς τοιούτοις ἔστʼ, ἀπηλλάχθαι δʼ ἀκμή. πῶς οὖν ἔχει τἀντεῦθεν εἰσιόντι…
Sophocles, Electra
-
…βασιλήων τῇδʼ ἄτῃ ἄασας καί μιν μέγα κῦδος ἀπηύρας ; οὐ μὲν δή ποτέ φημι τεὸν περικαλλέα βωμὸν νηῒ πολυκλήϊδι παρελθέμεν ἐνθάδε ἔρρων, ἀλλʼ ἐπὶ πᾶσι βοῶν δημὸν καὶ μηρίʼ ἔκηα ἱέμενος Τροίην εὐτείχεον ἐξαλαπάξαι. ἀλλὰ Ζεῦ τόδε πέρ…
Homer, Iliad