πιλοποιικός
πιλοποιικός, good for felting
πῑλο-ποιικός, ή, όν,
- good for felting, πηλοποιικὸν (sic) ὕδωρ Gal. 13.938 (πῑλο-ποιητικός ib. 361); ἡ -κή the felterʼs art, Poll. 7.171.