παλαιομάτωρ
παλαιομάτωρ, ancient mother
πᾰλαιο-μάτωρ [μᾱ], ορος, ἡ,
- ancient mother, E. Supp. 628 (lyr.).
παλαιομάτωρ, ορος, ἡ, v.l. von παλαιμάτωρ, bei Eur.
παλαιομάτωρ
πᾰλαιο-μάτωρ, ορος, ὁ,
μήτηρ
- ancient mother, Eur.