παλαιοφανής
παλαιοφανής, appearing old
πᾰλαιο-φᾰνής, ές,
- appearing old, οἶνοι Gp. 7.24.1.
παλαιο·φανής, ής, ές [ᾰᾰ] qui a un air de vétusté, d’antiquité, Geop. 7, 24, 1.
Étym. π. φαίνω.
παλαιοφανής, ές, alt erscheinend, Geop.