πανίερος
πανίερος, all-holy
πᾰνίερος, ον,
- all-holy, Ph. 1.483, al.
παν·ίερος, ος, ον [ᾰ] tout à fait sacré, Phil. 1, 483, etc.
Étym. π. ἱερός.
πανίερος, ganz heilig, Philo u. a.Sp.
πανίερος, all-holy