Πάνιος Save LSJ Bailly 2024 Πάνιος [ᾱ], α, ον, = Πανικός, Π. βήσσας A. Fr. 98; = μανιώδης, δαίμων Hsch. Πάνιος, α, ον [πᾱ] c. Πανικός, Eschl. fr. 92 Dind.