παραβλάστημα Save LSJ Bailly 2024 Pape παραβλάστ-ημα, ατος, τό, = foreg. [παραβλάστη], Thphr. HP 4.9.2, Gal. UP 16.2. παραβλάστημα, ατος (τὸ) c. le préc. Th. H.P. 4, 9, 2. παραβλάστημα, τό, das daneben Keimende, Sprossende, Poll. 7.145 u. Theophr.