Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραβίασις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παραβαλλέταιρος
παραβάλλομαι
παραβάλλω
παραβαπτίζω
παραβάπτισμα
παραβαπτιστής
παραβαπτός
παραβάπτω
παραβαρβαρίζω
παραβασία
παραβασιλεύς
παραβασιλεύω
παράβασις
παραβάσκω
παραβατέον
παραβατέω
παραβάτης
παραβατικός
παραβατικῶς
παραβάτις
παραβατός
παράβατος
παραβαφής
παραβεβαμένος
παραβεβάσθαι
παραβεβλημένως
παραβεβυσμένως
παραβιάζομαι
παραβιάζω
παραβίας
παραβίασις
παραβιασμός
παραβιβάζω
παραβίη
παραβλάπτω
παραβλαστάνω
παραβλάστη
παραβλάστημα
παραβλάστησις
παραβλαστητικός
παραβλαστικός
παράβλεμμα
παραβλέπω
παράβλεψις
παραβλήδην
παράβλημα
παραβλής
παραβλητέος
παραβλητικός
παραβλητός
παραβλύζω
παραβλώσκω
παραβλώψ
παραβοάω
παραβοήθεια
παραβοηθέω
παραβοήθημα
παραβολάδην
παραβολᾶνοι
παραβολεύομαι
παραβολή
…
παραβίασις
Save
LSJ
παρα-βῐασις,
the use of violence
,
Epicur.
fr. 29.39.2 A. [added from Supp.]
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}