παραβλαστητικός
παραβλαστητικός, inclined to put out offshoots
παραβλαστ-ητικός, ή, όν,
- inclined to put out offshoots, Thphr. HP 1.3.3, 1.5.1, 1.6.5, al.
παραβλαστητικός, ή, όν, c. le suiv. Th. C.P. 5, 6, 3.
παραβλαστητικός, s. παραβλαστικός.