παραδειπνέομαι
παραδειπνέομαι, to go without one’s dinner
παραδειπν-έομαι,
- go without oneʼs dinner, Thphr. Char. 8.13; παραδεδειπνημένος Amphis 31.
παρα·δειπνέομαι-οῦμαι, se passer de souper ||
➳ Ao. pass. παρεδειπνήθην, Th. Char. 8, 4 ; part. pf. παραδεδειπνημένος, Amphis (Ath. 423a).
παραδειπνέομαι
δεῖπνον
- Pass. to go without oneʼs dinner, Theophr.