παραλειπτέον
παραλειπτέον, one must pass over
παραλειπ-τέον,
- one must pass over, οὐ π. ὡς . . X. Ages. 8.3; οὐ π. τὰ περὶ τῆς πόλεως Isoc. Ep. 2.14; οὐ π. περί τινος D.S. 5.83.
παραλειπτέον, vb. de παραλείπω, Xén. Ages. 8, 3 ; Isocr. 409c ; DS. 5, 83.