Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρακυρέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρακρόασις
παρακροατής
παρακροκίζω
παρακροτέω
παράκρουσις
παρακρουσιχοίνικος
παράκρουσμα
παρακρουσμός
παρακρουστικός
παράκρουστος
παρακρούω
παρακρύπτω
παράκρυψις
παρακρώζω
παρακταῖος
παρακτάομαι
παρακτέον
παράκτης
παράκτησις
παρακτίδιος
παρακτικός
παράκτιος
παρακυέω
παράκυκλος
παρακυλίω
παρακυμάτιος
παρακυνάγχη
παρακυπαρίσσιος
παρακυπτικός
παρακύπτω
παρακυρέω
παρακυρόω
παρακύρω
παράκυψις
παρακωμῳδέω
παράκωφος
παρακωχή
παραλαγχάνω
παραλαλέω
παραλαλία
παραλαμβάνω
παραλάμπω
παράλαμψις
παραλανθάνω
παράλασσις
Παραλάται
παραλαχανίζω
παραλεαίνω
παραλεαντικός
παραλέγομαι
παραλέγω
παράλειμμα
παραλειπτέον
παραλειπτέος
παραλειπτικός
παραλειπτός
παράλειπτος
παραλείπω
παραλείφω
παράλειψις
παραλεκτέον
…
παρακυρέω
Save
Pape
παρακυρέω
, (κυρέω), = παρατυγχάνω, πᾶν ὅτι οἱ παρέκυρσεν, Qu.Sm. 11.423.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}