Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παράλημμα
παράλημμα, treatment
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παράκωφος
παρακωχή
παραλαγχάνω
παραλαλέω
παραλαλία
παραλαμβάνω
παραλάμπω
παράλαμψις
παραλανθάνω
παράλασσις
Παραλάται
παραλαχανίζω
παραλεαίνω
παραλεαντικός
παραλέγομαι
παραλέγω
παράλειμμα
παραλειπτέον
παραλειπτέος
παραλειπτικός
παραλειπτός
παράλειπτος
παραλείπω
παραλείφω
παράλειψις
παραλεκτέον
παράλευκος
παραλεύσσω
παραλέχομαι
παραλήγω
παράλημμα
παράληξις
παραληπτέον
παραληπτέος
παραληπτής
παραλήπτης
παραληπτικός
παραληπτός
παραλήπτωρ
παραληρέω
παραλήρημα
παραλήρησις
παράληρος
παράληψις
παραλία
παραλιθάζω
παράλιμνος
παραλιμπάνω
παράλιοι
Παράλιοι
παράλιον
Παράλιον
παράλιος
Παράλιος
παραλίσκομαι
παραλιταίνω
παραλίτης
παραλιώτης
παραλλαγή
παράλλαγμα
παραλλακτέον
…
παράλημμα
Save
παράλημμα, treatment
LSJ
παράλημμα, ατος, τό,
treatment,
Sor.
1.42.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}