παραπωλέω
παραπωλέω, sell unlawfully
παραπωλέω,
- = παραπιπράσκω, π. ἔλαιον ἀφθόνως ἔλαττον παρὰ πολὺ τῆς ἐνεστώσης τιμῆς Inscr.Magn. 179.25, cf. SIG 708.39 (Istropolis, ii B.C.).
- II sell unlawfully, PTeb. 38.4, al.(ii B.C.).