παράπταισμα Save LSJ Bailly 2024 Pape παρά-πταισμα, ατος, τό, f.l. for παράπαισμα in Oenom. ap. Eus. PE 5.25. παράπταισμα, ατος (τὸ) heurt contre, d’où méprise, Œnom. (Eus. 3, 376 Migne). Étym. παραπταίω. παράπταισμα, τό, Verstoß, Irrtum, Sp.