παρασυλλογιστικός
παρασυλλογιστικός, fallacious
παρασυλ-λογιστικός, ή, όν,
- fallacious, EM 35.28.
παρασυλλογιστικός, ή, όν, durch Schlüsse täuschend, EM. 35.28.
παρασυλλογιστικός, fallacious